αυγώ

αὐγῶ (-έω) (Α) [αυγή]
λάμπω, ακτινοβολώ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αὐγῶ — αὐγάζω view in the clearest light fut ind act 1st sg (attic epic ionic) αὐγέω to shine pres subj act 1st sg (attic epic doric) αὐγέω to shine pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαραυγώ — μαραυγῶ, έω (Α) θαμπώνομαι από το πολύ φως, σκοτίζομαι, θαμπώνουν τα μάτια μου («αἱ ἐν τοῑς ὄμμασιν αὐτοῡ κόραι... δοκοῡσι... μαραυγεῑν», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθετο ρ., τού οποίου το β συνθετικό εμφανίζεται και στα σκι αυγῶ, χρυσ αυγῶ (βλ. λ.… …   Dictionary of Greek

  • σκιαυγώ — έω, Α έχω ασθενή όραση, βλέπω σαν να έχω μπροστά στα μάτια μου σκιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκιά + αὐγῶ (< αὐγή), πρβλ. χρυσ αυγῶ] …   Dictionary of Greek

  • ανταυγώ — ἀνταυγῶ ( έω) (Α) ανακλώ φως, φεγγοβολώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντ(ι) * + αυγώ (< αυγή) «εκπέμπω λάμψη, ακτινοβολώ»] …   Dictionary of Greek

  • αυγή — Το χρονικό διάστημα που προηγείται της ανατολής του Ήλιου. Κατά το διάστημα της α. πραγματοποιείται το φαινόμενο του λυκαυγούς. Ο ουρανός φωτίζεται στην ανατολή και το φως διαχέεται αργά. Ο Ήλιος, όταν βρίσκεται κοντά στον ορίζοντα, φωτίζει τα… …   Dictionary of Greek

  • καταυγώ — καταυγῶ, έω (Α) (για πλανήτες που βρίσκονται κοντά στον ήλιο) καλύπτομαι από το φως τού ήλιου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + αὐγῶ «λάμπω»] …   Dictionary of Greek

  • μαλακαύγητος — μαλακαύγητος, ον (Α) αυτός που έχει νωθρό βλέμμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαλακός + αύγητος < αὐγῶ] …   Dictionary of Greek

  • παραυγώ — έω, Α (ποιητ. τ.) βλέπω λοξά, πλάγια, στραβίζω, αλληθωρίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + αὐγῶ «λάμπω»] …   Dictionary of Greek

  • υπεραυγώ — έω, ΜΑ φωτίζω από ψηλά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + αὐγῶ «λάμπω, ακτινοβολώ»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.